Η Αρχή απαιτεί από τους αδειοδοτημένους φορείς να συμμορφώνονται με την ισχύουσα νομοθεσία τόσο στην Κυπριακή Δημοκρατία όσο και σε κάθε άλλη δικαιοδοσία στην οποία οι ίδιοι ή συνδεδεμένες με αυτούς εταιρείες δραστηριοποιούνται.
Κατά την αξιολόγηση αίτησης αδειοδότησης, η Αρχή λαμβάνει υπόψη πληροφορίες που αφορούν εκκρεμούσες ή ολοκληρωμένες έρευνες, καθώς και τα πορίσματα ή τις αποφάσεις αρμόδιων εποπτικών ή κυβερνητικών αρχών, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Η μη γνωστοποίηση τέτοιων πληροφοριών δύναται να εγείρει ζητήματα σχετικά με την καταλληλότητα του αιτητή.
Η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην παράλειψη δήλωσης οποιασδήποτε διοικητικής, κανονιστικής ή ποινικής καταδίκης που αφορά στον αιτητή ή οποιοδήποτε πρόσωπο σχετίζεται ουσιωδώς με την αίτηση αδειοδότησης.
Με εξαίρεση καταδίκες για κακουργήματα που έχουν επιβληθεί κατά τα τελευταία δέκα (10) έτη, οι οποίες, κατά κανόνα, οδηγούν σε απόρριψη της αίτησης, η Αρχή αξιολογεί κάθε περίπτωση με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος, ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξή του και η συνάφειά του με τη δραστηριότητα για την οποία ζητείται η άδεια.
Κάθε υπόθεση εξετάζεται αυτοτελώς και στη βάση των πραγματικών περιστατικών της. Ωστόσο, όταν η φύση των περιστατικών δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του αιτητή ή του αδειοδοτημένου προσώπου, η Αρχή δύναται να απορρίψει την αίτηση ή να κινήσει διαδικασία διερεύνησης, ανάλογα με την περίπτωση.
Η Αρχή γνωστοποιεί εγγράφως στους αιτητές και στους αδειοδοτημένους φορείς κάθε απόφαση απόρριψης αίτησης ή επιβολής κανονιστικών μέτρων, παραθέτοντας σαφή και επαρκή αιτιολόγηση, ανάλογη με τη φύση και τη σοβαρότητα της απόφασης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα ή διοικητικά μέσα προσβολής της.